Mε τον ΣΥΝ στο ντιβάνι*

7 05 2010


Ένα ψυχαναλυτικό θρίλερ**

Το παρακάτω παραλήρημα αποτελεί σύνθεση σημειώσεων ημερολογίου καταστρώματος,

από τις αμέτρητες ώρες βάρδιας των τελευταίων χρόνων με πολλούς καλούς φίλους και συντρόφους,

κυρίως με τους Παναγιώτη, Τάσο, Ανδρέα, Βασίλη, Μαριάνα (με ένα -ν- κύριε διορθωτά), Γιώργο

Μιχάλη, Γιώργο, Στράτο, Σταύρο, Φιλιώ, Εύα, Μαρία και Νεφ

και πολλούς και πολλές ακόμα.

Αναπαράγουμε αυτό που μισούμε και μισούμε αυτό που αναπαράγουμε γιατί είναι το άλτερ έγκο μας. Αυτή τη στιγμή έχει κάτσει όλος ο κομματικός μηχανισμός και αντί να υλοποιεί τη χρέωσή του, σκέφτεται πώς θα λυθεί το πρόβλημα του κόμματος. Και συγκρούονται δύο διαφορετικά μοντέλα: ένα που προβλέπει έναν ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας («σοσιαλισμός», βλέπεις…) στη βάση του «άλλος σκέφτεται και αποφασίζει και άλλος υλοποιεί,» και ένα πιο «φορουμικό», πιο «οριζόντιο», πιο δικτυακό και «από τα κάτω» που λέει «όλοι μαζί σκεφτόμαστε (συσκεπτόμαστε…), όλοι μαζί αποφασίζουμε, όλοι μαζί υλοποιούμε». Ακόμα κι αν δεν συμφωνούμε πλήρως στη γραμμή. Ωστόσο, αυτό δεν είναι όσο αποτελεσματικό είναι το άλλο. Και εμφανίζει πολλά λειτουργικά προβλήματα στην πράξη. Ναι, αλλά αυτό μας λέει και η κυρίαρχη ιδεολογία: «ωραία τα λέτε στα λόγια περί σοσιαλισμού, αλλά τι να κάνουμε που ο καπιταλισμός δουλεύει αποτελεσματικότερα;»!

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι αυτός ο καταμερισμός εργασίας, ως ένα σημείο, γίνεται στην πράξη έτσι κι αλλιώς: άλλη χρέωση έχει ο ένας και άλλη ο άλλος. Αν κανείς δεν υλοποιεί τη χρέωσή του επειδή σκέφτεται πώς θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα που προκαλούν εκείνοι που δεν υλοποιούν τη χρέωσή τους (και αυτό προφανώς ενέχει και ισχυρή δόση αυτοκριτικής) τότε ποτέ δεν θα υλοποιήσει κανείς τίποτα. Η λύση είναι να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των καταμερισμών: εκείνοι που εξουσιοδοτούνται να σκέφτονται και να αποφασίζουν, να το κάνουν με διαφανείς διαδικασίες, με αλληλοσεβασμό και συντροφικότητα και με συναίσθηση του ότι εκπροσωπούν κάποιους οι οποίοι δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αλλά συναγωνίζονται.

Ωραία, και αυτό θα γίνει με «τρόπο μαγικό»; Όχι, φυσικά. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, να αποφευχθεί δηλαδή ο αυτοεγκλωβισμός σ’ αυτή τη μικροκλίμακα ανταγωνισμών, απαιτείται αυτογνωσία («ναι, μπορεί να παρασυρθώ κι εγώ») και άρα θεσμοθετημένος αυτοπεριορισμός: ώστε όσοι εξουσιοδοτούνται να σκέφτονται και να αποφασίζουν, να έχουν επίγνωση πως εξουσιοδοτούνται να το κάνουν και όχι να πιστεύουν ότι το κάνουν αυτοδικαίως. Και ότι έχουν ένα συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο να παρουσιάσουν αποτελέσματα και όχι μια ζωή, γιατί το μοντέλο δεν αφορά αυτούς και μόνο αλλά πολλούς περισσότερους. Και άρα ότι έχεις 2 θητείες ρε αδερφέ να είσαι συνεχόμενα βουλευτής. Ή 2 θητείες στην ΠΓ. Ή 3 (ας πούμε…) στην ΚΠΕ. Υπάρχουν πολλοί και πολλές που έχουν την ικανότητα του «βουλεύεσθαι» και, καλώς ή κακώς, θέλουν να το κάνουν. Άσε να δοκιμάσει και κάνας άλλος. Κάτσε λίγο πιο δίπλα, όχι πιο πίσω, όχι παραπέρα, αλλά πιο δίπλα, να είναι ορατή και αξιοποιήσιμη η εμπειρία σου, και αν χρειαστεί την επόμενη φορά ξαναμπαίνεις πιο κέντρο.

Αυτό βέβαια προϋποθέτει πως σου περνάει από το μυαλό ότι ο χώρος μπορεί να υπάρξει και χωρίς εσένα. Καλό είναι λοιπόν να υπάρχεις κι εσύ μέσα σ’ αυτόν κι αυτός να μεγαλώνει και να δυναμώνει. Δεν είναι θέμα προσωπικής δόξας αλλά περισσότερο ευφορίας, δεδομένου ότι θα ζεις σε μια έστω και λίγο πιο ισορροπημένη κοινωνία (αν οι ιδέες σου αρχίζουν να σπάνε την ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας, σίγουρα θα βελτιωθεί η ζωή σου, αρκεί να είναι οι ίδιες ιδέες που είχες όταν συναντήθηκες με την αριστερά – ορθός λόγος, ισότητα, ισονομία, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ελευθερία- και να μην έχουν μεταλλαχθεί με τα χρόνια  σε εξουσιολαγνεία, ματαιοδοξία, παραγοντισμό, μιθριδατισμό…). Αν το δεις σε επίπεδο κοινωνίας, οι διαφορές μεταξύ μας είναι εξαιρετικά μικρές. Οι διαφωνίες μας φαίνονται αστείες και ακατανόητες στην κοινωνία, και ειδικά σε μια μικρή, μικροαστική, ημιμαθή και συντηρητική κοινωνία όπως είναι η ελληνική. Το «σύστημα» παίζει το ρόλο του μεγεθυντικού φακού χλευάζοντάς μας κι εμείς σφαζόμαστε μεταξύ μας την ώρα που μας αδειάζει το σπίτι.
Το παιχνίδι όμως δεν μπορεί να κερδηθεί μόνο με εξυπνάδες. Δυστυχώς κι εγώ πέφτω σ’ αυτή την παγίδα: είναι λογικό όταν νιώθεις ότι όλοι γύρω μας είναι ανόητοι χιμπατζήδες[1] να σου ξεφεύγει πού και πού να κάνεις επίδειξη IQ. Μόνο που αυτό είναι σε θέση να το εντοπίσουν όλοι οι εξίσου έξυπνοι με σένα και σίγουρα και οι πιο έξυπνοι, που άλλωστε είναι και πολλοί περισσότεροι απ’ ό,τι μπορεί να σου περνάει από το μυαλό. Δεν θέλει άλλες εξυπνάδες κι άλλους εξυπνάκηδες ο κόσμος. Αυτοί παίζουν άθελά τους (ή μη…) το ρόλο του δούρειου ίππου: αν κάποιος είναι ατακαδόρος κι εξυπνάκιας, τον αρπάζει το «σύστημα» και τον κάνει τηλεοπτικό μαϊντανό ή/και τηλεπαραθυράτο βουλευτή γιατί είναι καλός ρήτορας, έχει συγκροτημένο λόγο, πετάει και καμιά ατάκα, κάνει λίγο σαματά, πουλάμε διαφημίσεις, ΤΕΛΟΣ! Αυτό που ίσως να έκανε τον κόσμο να εμπιστευθεί κάτι, είναι μια ομάδα ανθρώπων που να συζητάνε ειλικρινά μεταξύ τους, να συν-σκέπτονται, και να αναζητούν νέες απαντήσεις, μήπως και καταφέρουν επιτέλους να συγκροτήσουν και να αρθρώσουν έναν κατανοητό και πειστικό λόγο ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ και για το ΜΕΛΛΟΝ, όχι στο χθες για το σήμερα. Γιατί και το χθες δεν ήταν πολύ καλύτερο, απλώς το σήμερα είναι ακόμα χειρότερο. Και άρα δεν αφορά τον κόσμο το να διαχειριστείς τη μιζέρια του. Μια χαρά το καταφέρνει και μόνος του.

Αυτό που ίσως να μπορούσε να ταρακουνούσε κάπως τον κόσμο είναι να του βρεις ένα όραμα. Κάτι να πιστεύει. Κάτι να τον κρατάει «στο δρόμο της αρετής», έναν θεό. Η αριστερά αδυνατεί να καταλάβει πως δεν αρκεί να ψηφίσει για το αν υπάρχει θεός, γιατί την ξεπερνά η πραγματικότητα: θεός ΥΠΑΡΧΕΙ! «Καλά, υπάρχει Θεός που τα πάντα βλέπει και τα πάντα μπορεί και αφήνει αυτόν τον κόσμο να πηγαίνει κατά διαβόλου; Ο Θεός στέλνει τον κόσμο στον Διάβολο; Μήπως αυτοί οι δυο είναι τακιμιασμένοι; Ή μήπως κρύβεται το ίδιο μούτρο από πίσω τους; Σε λίγο θα μας πεις και ότι ο Θεός είναι με το Κεφάλαιο!» Όχι, λοιπόν, σύντροφοι, ο Θεός ΔΕΝ είναι ΜΕ το κεφάλαιο, ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ. Και διάβολος το χρέος. Και άρα η αριστερά δεν πρέπει να προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν υπάρχει θεός, αλλά αντίθετα να αποδείξει ότι υπάρχει και άλλος ΘΕΟΣ, εκτός απ’ το κεφάλαιο, που ΔΕΝ είναι ο Μαρξ, που ΔΕΝ είναι ο κομμουνισμός -ως όρος μαγικός! Που αν ξαφνικά τον ξεστομίσουμε θα γεμίσει ο τόπος κομμουνιστάκια…, αλλά οι ιδέες αυτές καθ’ αυτές: όχι επειδή είναι κομμουνιστικές, αλλά επειδή είναι ο μόνος πιθανός τρόπος να συνυπάρξουμε αρμονικά όλοι μαζί πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη, όσο κι αν φαίνεται α-φύσικο (καθώς δεν συναντώνται πουθενά στη φύση οι έννοιες της δικαιοσύνης, της ισότητας, της ισονομίας, αντίθετα επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας, το δίκιο του ισχυρού, ασυνείδητα θεωρούμε ότι λίγο πολύ αυτό είναι φυσικό και για εμάς, απλώς δεν είναι δίκαιο).

Αλλά αυτό που μας ξεχωρίζει στη φύση, η νοημοσύνη, είναι ακριβώς αυτό που θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε για να δούμε ότι οτιδήποτε άλλο αποτελεί θανάσιμη απειλή για το ανθρώπινο είδος (σε … μακροϊστορικούς χρόνους, έστω). Η μοναδική ορθολογική λύση, προκειμένου να μη σφαζόμαστε μέχρι να διαλύσουμε τελείως τον πλανήτη, είναι το νόημά του κομμουνισμού, η ουσία του. Δεν είναι απαραίτητο να τον λέμε έτσι. Ας βρούμε άλλα λογάκια να το περιγράψουμε, αλλά πάντως εκεί θα πρέπει να πηγαίνουμε. Αλλιώς θα κανιβαλίζουμε αλλήλους, ως είδος, σε κάθε επίπεδο (ανθρώπινο, ευρωπαϊκό, ελληνικό, αριστερό), μπας και τη σκαπουλάρουμε με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, για να ‘μαστε καβάλα στ’ άλογο. Δεν λέω, ωραία είναι να είσαι καβάλα: αρκεί το άλογο να μην έχει ψοφήσει προ πολλού χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι. Και αν για να μην ψοφήσει το άλογο χρειάζεται να αλλάζει αναβάτες εκ περιτροπής, καλό είναι να μην το θεωρούμε προσωπική αμφισβήτηση αλλά συλλογική ανάγκη αλληλοσεβασμού και διαρκούς ανανέωσης εμπιστοσύνης μεταξύ μας.

Σαφώς αυτή η στάση ενέχει στοιχεία υπεροψίας: νιώθουμε ότι δεν μας αρκεί να προσπαθήσουμε να σώσουμε τον κώλο μας κολυμπώντας μέσα στο «σύστημα» γιατί δεν θέλουμε «να γίνουμε σαν κι αυτούς». Θεωρούμε αυτονόητο, όμως, ότι θα το μπορούσαμε αν το δοκιμάζαμε (είσαι πολύ πιο έξυπνος από τους χιμπατζήδες που χοροπηδούν δίπλα σου, θυμάσαι;) και άρα δεν μας φαίνεται αρκετό κίνητρο. Πιθανότατα αυτό υποκρύπτει και κομμάτια ανασφαλειών και υπεκφυγής. Ίσως δεν τολμάμε γιατί φοβόμαστε ότι μπορεί και να φάμε τα μούτρα μας  Ίσως και να πιστεύουμε ότι ακόμα και αν δεν τα φάμε, τελικά αξίζει περισσότερο, είναι πιο ενδιαφέρον να προσπαθήσεις να αλλάξεις τους κανόνες του παιχνιδιού, απ’ ό,τι να το κερδίσεις μ’ αυτούς.

Όμως αν ενδιαφέρεσαι να συντονίσεις και να συντονιστείς με ανθρώπους ώστε να έχει μεγαλύτερο εφέ η σκέψη και η δράση σας, αυτό σημαίνει ότι έχεις ήδη αποδεχθεί πως υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εσένα, μαζί με τους οποίους αξίζει να το κάνεις. Πως είσαι ένας/μία από τους πολλούς/πολλές και άρα δεν χρειάζεται να πάρεις όλον το κόσμο στην πλάτη σου, άσε να βοηθήσει και κάνας άλλος: υπάρχουν πολλοί που και θέλουν και μπορούν. Και αυτό θα έπρεπε να λειτουργεί ανακουφιστικά για όλους μας, και όχι να θεωρείται απειλή. Μόνο αν νιώσουν όλοι κομμάτι του παιχνιδιού, θα αρχίσουν να ενδιαφέρονται για το παιχνίδι. Μόνο αν αποδεχόμαστε αλλήλους ως αληθινό κομμάτι του ίδιου παιχνιδιού θα σεβόμαστε και τον κοινό μας χώρο. Αν δεν εξηγήσουμε τι νιώθουμε και τι σκεφτόμαστε (αν υποθέσουμε ότι το κάνουμε όντως και δεν αρκούμαστε στην ιδιότητα του «κατόχου της ιδιότητας του σκέπτεσθαι»…) και δεν ακούμε τους συν-παίκτες μας, δεν είμαστε παρά μια μικρογραφία του συστήματος, ζούμε απομονωμένοι στον αυτιστικό μικρόκοσμό μας και μας γαμούν (με την … καλή έννοια) κι εμάς και όλους τους άλλους όλοι οι άλλοι! Απλώς εμείς  εξακολουθούμε να είμαστε πιο έξυπνοι (και πιο όμορφοι…)!

Ή, με άλλα λόγια, εμείς, μεταξύ αστείου και σοβαρού, έχουμε μια ψιλοεπίγνωση ότι μάλλον, κατά βάθος βρε παιδί μου…, είμαστε σχεδόν όλοι και όλες ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις, λίγο ή πολύ (ανάλογα και με το σεξ που κάνει ο καθένας και η καθεμία, όπως θα ‘λεγε και ο μπαμπάς Σιγμούνδος…), το λέμε και για πλάκα μεταξύ μας:

«Πώς πάει η κατάθλιψή σου σήμερα;»,

«Καλά, ευχαριστώ! Η δική σου;;»,

«Μια χαρά!»,

«Χαίρομαι! Ο ναρκισσισμός σου;»,

«Ουυυ! Τέλεια, πετάει! Ο δικός σου;»,

«Κι ο δικός μου, κι ο δικός μου: σκίζει!»…

Μετά από όλα αυτά, ένα μόνο έχω να πω:

Οι πάπιες κλαίνε μόνο μια φορά. Σκεφτείτε το![2]
🙂
Βενσερέμος και … περαστικά μας

τέλειωσε ο προαυλισμός, πίσω στα κλουβιά μας (κάνει και ρίμα),
ΑλΜπίστ

2/5/10

Υ.Γ. Αποκλείστηκε κι η Μπάρτσα! Σε τι να πιστέψεις πια; Μόνο ο κομμουνισμός μάς απέμεινε, καταλαβαίνεις…


[1] Το λινκ τα «βούτηξα» από τον Μάρκο.

[2] Αυτό το «βούτηξα» απ’ τη Βάσω.

*Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε από τον καλό φίλο και σύντροφο Αλέξανδρο Μπίστη και αποτελεί στα σίγουρα αφορμή για πολλή κουβέντα…

** Τον παραπάνω σύντροφο τον αγαπώ πολύ, έχει πολλά καλά και αρκετές αδυναμίες όπως όλοι μας. Όλα μπορώ να τα καταλάβω, αλλά δεν μπορώ να χωνέψω πως του αρέσει  αυτό το κομμάτι. Τάκηηη; Καλά. γειά

Advertisements

Ενέργειες

Information

One response

7 05 2010
ΑλΜπίστ

Η μόνη αδυναμία που αναγνωρίζω είναι ότι σου ‘χω αδυναμία! 😛

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




Αρέσει σε %d bloggers: